Μεταξύ Ιδεολογίας και Εργαλειοποίησης: Τα Όρια και οι Αντιφάσεις του «Pro-Palestine Χώρου» | Σκέψεις με αφορμή ένα κείμενο & έναν βανδαλισμό

Αφορμή για τα παρακάτω σχόλια αποτελούν δύο πρόσφατες δημοσιεύσεις: αφενός το κείμενο από κάποια άτομα που δραστηριοποιούνται στον χώρο της Υφανέτ στην Θεσσαλονίκη «Σκέψεις γύρω από την Παλαιστίνη» και αφετέρου η ανακοίνωση του χώρου In Situ στην Αθήνα σχετικά με τον βανδαλισμό που δέχθηκε. Αυτό που αναδεικνύεται μέσα από αυτές τις δύο παρεμβάσεις δεν είναι απλώς επιμέρους διαφωνίες ή τακτικές αποκλίσεις, αλλά μια βαθύτερη δομή σκέψης και πολιτικής τοποθέτησης που χαρακτηρίζει ευρύτερα τον pro-palestine χώρο.

Για να κατανοηθεί αυτή η δομή, είναι απαραίτητο να διακρίνουμε δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αφορά την άκριτη, σχεδόν δογματική αποδοχή των βασικών αφηγημάτων του αραβικού εθνικισμού. Εδώ συναντά κανείς ένα συμπαγές ιδεολογικό σύνολο: το Ισραήλ ως κατ’ εξοχήν επιτιθέμενο κράτος, ως «φυτευτό» προϊόν του δυτικού ιμπεριαλισμού, ως αποικιακή κατασκευή που επιδιώκει είτε την εκδίωξη είτε την εξόντωση των αραβικών πληθυσμών, και η έννοια της «γενοκτονίας» ως μια καθολική ερμηνευτική κατηγορία. Οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εντός της αριστεράς είναι, στην πραγματικότητα, δευτερεύουσες: από το κοινοβουλευτικό έως το α/α φάσμα, τα παραπάνω συγκροτούν έναν σχεδόν αδιαμφισβήτητο «κοινό τόπο». Αυτός ο κοινός τόπος λειτουργεί ως ηθικό υπόστρωμα, ως κανονιστικό πλαίσιο που νομιμοποιεί μια συνολική εχθρότητα απέναντι στο κράτος του Ισραήλ, μια εχθρότητα που, σε πολλές περιπτώσεις, μετασχηματίζεται σε αντισημιτισμό, έστω και αν αυτός βαφτίζεται «αντισιωνισμός» για να καταστεί πολιτικά αποδεκτός.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη σχέση με τις συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές και τις διεθνείς καμπάνιες που οργανώνονται από τις παλαιστινιακές ηγεσίες και τους διεθνείς τους συμμάχους (BDS, Globalise Intifada, Flotilla κ.λπ.). Σε αυτό το επίπεδο εμφανίζονται διαφοροποιήσεις, όχι όμως ως προς τον πυρήνα, αλλά ως προς τον βαθμό εμπλοκής. Είναι ενδεικτικό ότι το ΚΚΕ, αν και υιοθετεί πλήρως το ιδεολογικό φορτίο του πρώτου επιπέδου, απέχει από τη συμμετοχή σε αυτές τις καμπάνιες. Από την άλλη, μικρότερες ομάδες επιχειρούν κατά καιρούς αποσπασματικές κριτικές, οι οποίες όμως δεν αγγίζουν ποτέ το θεμέλιο της «ηθικής νομιμοποίησης» τους.

Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι η διαλεκτική σχέση των δύο επιπέδων. Η άκριτη αποδοχή των αφηγημάτων του πρώτου επιπέδου δημιουργεί ένα ευρύ «συμπαθητικό περίγυρο» στον δυτικό κόσμο, ένα ιδεολογικό ακροατήριο που είναι ήδη προδιατεθειμένο να αναγνωρίσει τη νομιμότητα των πολιτικών στοχεύσεων των αραβικών ηγεσιών. Ωστόσο, η πραγματική αξιοποίηση αυτού του περίγυρου, δηλαδή η μετατροπή του σε υλικό πολιτικό παράγοντα εντός του διεθνούς ανταγωνισμού, προϋποθέτει τη μετάβαση στο δεύτερο επίπεδο: τη στήριξη και ενεργή συμμετοχή στις καμπάνιες που οργανώνονται. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία λειτουργεί ως όρος δυνατότητας της πολιτικής εργαλειοποίησης.

Υπό αυτό το πρίσμα, το κείμενο της ομάδας των ατόμων από τη «Φάμπρικα Υφανέτ» εμφανίζεται ως μια συνεπής—και γι’ αυτό ακριβώς προβληματική—έκφραση αυτής της διπλής ένταξης. Δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων αφηγημάτων, αλλά προχωρά και σε μια θετική αποτίμηση των καμπανιών, ακόμη και όταν αναγνωρίζει τις «θεσμικές και άλλες διαμεσολαβήσεις» τους. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δήλωση πίστης σε ένα ήδη συγκροτημένο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο, όπου η όποια επιφύλαξη λειτουργεί περισσότερο ως ρητορικό άλλοθι παρά ως πραγματική κριτική.

Αντίθετα, η περίπτωση του In Situ είναι αποκαλυπτική για τα όρια αυτής της συγκρότησης. Παρότι υιοθετεί το σύνολο σχεδόν των αφηγημάτων του πρώτου επιπέδου, έχει επιχειρήσει να κρατήσει αποστάσεις από τις καμπάνιες του δεύτερου. Αυτή η μερική διαφοροποίηση αποδείχθηκε, ωστόσο, πολιτικά μη ανεκτή: η στοχοποίησή του χώρου αυτού ως «φιλοσιωνιστικού» καταδεικνύει ότι, εντός αυτού του ιδεολογικού πλαισίου, δεν υπάρχει πραγματικός χώρος για ενδιάμεσες θέσεις. Η ίδια η ανακοίνωσή του, με τον απολογητικό και εμφανώς φοβικό τόνο της και ιδίως το υστερόγραφο, που συνιστά μια σχεδόν ρητή δήλωση νομιμοφροσύνης, επιβεβαιώνει αυτή την πίεση προς συμμόρφωση.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι μάλλον σαφές. Η συγκεκριμένη ιδεολογική συγκρότηση δεν λειτουργεί απλώς μόνο ως «ψευδής συνείδηση» με την κλασική έννοια, αλλά ως ένα ενεργό εργαλείο στο πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού, συνδεδεμένο με συγκεκριμένες πολιτικές επιδιώξεις και υλικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει εύκολα ενδιάμεσες ή «μεσοβέζικες» τοποθετήσεις. Όποιος αποδέχεται το πρώτο επίπεδο, αργά ή γρήγορα ωθείται προς την πλήρη ένταξη και στο δεύτερο. Όποιος επιχειρεί να διαφοροποιηθεί μερικώς, αντιμετωπίζεται ως ύποπτος ή εχθρικός. Και όποιος αρνείται συνολικά αυτό το πλαίσιο, οφείλει να το κάνει μέσα από μια συνεκτική, διεξοδική και αυστηρή κριτική, διαφορετικά, η σιωπή ή η υποταγή εμφανίζονται να είναι οι μόνες εναπομείνασες επιλογές.

Shades Aufbau: Κοινότητα – Θεωρία – Δικτύωση

Related posts